ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ

Στον ήλιο του Γκαζοχωρίου

Ένας μονόλογος εμπευσμένος
από τη ιστορία του εργοστασίου φωταερίου,
με τη συνοδεία της μουσικής σύνθεσης της Ευανθίας Ρεμπούτσικα.

Το απέραντο γαλάζιο… κι ο ήλιος -ο υπέροχος, ζεστός ήλιος! Ακόμα αισθάνομαι τις ακτίνες του να μπαίνουν μές στο δέρμα μου.

Ο ήλιος ο ηλιάτορας,
ο πετροπαιχνιδιάτορας,
λίγο το στόμα του άνοιξε
κ΄ εμύρισε η Άνοιξη.

Τις μεσημεριανές ώρες, όπ’ όλοι κοιμόντουσαν, εγώ έβγαζα το καρεκλάκι μου στον πεζόδρομο της οδού Πέλλης κι απολάμβανα το μεθυστικό ήλιο, διαβάζοντας ποιήματα του Σεφέρη. Πόσο τις νοσταλγώ τις στιγμές εκείνες… Ή το απόγευμα πού βγαινε ο κυρ-Αλέξης με την κιθάρα και το σκαμπουδάκι του και τραγουδούσε το προσφυγάκι .. Μ’ αυτό ξεκινούσε πάντα το πρόγραμμά του. Ύστερα μαζεύονταν κι άλλοι γείτονες γύρω του και τραγουδούσαν όλοι μαζί τραγούδια για την προσφυγιά. Το Γκαζοχώρι βλέπετε ήταν από τις πρώτες συνοικίες  όπου εγκαταστάθηκαν  οικονομικοί πρόσφυγες από την Κρήτη, τη Μικρά Ασία, και τον Καύκασο..- ταλαιπωρημένοι άνθρωποι π’ άφησαν τα σπίτια τους για μια καλύτερη ζωή, κ’ ήρθαν να μείνουν σε κάτι τρώγλες αντί για κατοικίες, και να δουλεύουν στο εργοστάσιο του Φωταερίου· εκεί, οι άθλιες συνθήκες εργασίας δεν τους επέτρεπαν να ζουν παραπάνω από τα σαράντα ή τα πενήντα τους. ‘

Ετσι έχασα κι εγώ τον άντρα μου. Ήταν φανοκόρος στο εργοστάσιο του Φωταερίου στην οδό Πειραιώς κ’ Ιεράς Οδού. Άναβε κάθε βράδυ τους φανούς μ’ αναμμένο στουπί πιασμένο πάνω σε κοντάρι. Είχε μαλλιάσει η γλώσσα μου να του λέω: «Φύγε απ’ αυτό το κωλοεργοστάσιο -τα δηλητήρια που αναπνέεις κάθε μέρα θα σε στείλουνε αδιάβαστο!» Τίποτα, όμως, αυτός· εκεί, στην ξεροκεφαλιά του. «Βρε θα χηρέψω νωρίς και δέ μου’ παν τα μαύρα!» Δέ με άκουσε και μ’ έντυσε στα μαύρα. Όχι, δέν ξαναπαντρεύτηκα… Δέν ξέρω γιατί… Δέν έτυχε… Κ’ έτσι έμεινα μόνη.

Κοντά εκεί έχασα και δυό φίλες μου.. Από φυματίωση είπαν για τη μιά κ’ ευλογιά για την άλλη. Ενώ μια τρίτη — αυτό θα σας φανεί αστείο — είχε κοκίτη. Την πήγαν λοιπόν μια βόλτα από το εργοστάσιο του φωταερίου ν’ αναπνεύσει τις αναθυμιάσεις του Κοκ και τις δηλητηριώδεις μυρωδιές και δόξα το Θεό η γυναίκα έγινε καλά! Κι όμως, όσο απίστευτο κι αν ακούγεται,  σ ώ θ η κ ε  σας λέω! Τί εργοστάσιο κι αυτό πια, από τη μία σκότωνε κι από την άλλη θεράπευε…

Δέν υπήρχε μέρα που να μην ακούω για θανάτους… Μέχρι που σταμάτησα να βγαίνω κι απ’ το σπίτι με φόβο μη και κολλήσω τίποτα. Και μιά μέρα, κεί που καθόμουν και διάβαζα Σεφέρη, στο τραπέζι δίπλα στο παράθυρο, βλέπω έν’ αδύνατο και μικροκαμωμένο αγοράκι να κάθεται με το κεφάλι κουρνιασμένο στα γόνατά του και σαν να φαινόταν πως έκλαιγε. Τον πήρα μέσα, του έβαλα να φάει, δεν χόρταινε το καψερό. Ποιός ξέρει πόσες μέρες ήταν νηστικό… Τον ρώτησα πού μένει και μου λέει «οδός Πέλλης, τρίτο παγκάκι δεξιά». Είχε και χιούμορ το σκατό.

Άπ΄ όσα μού ’πε είχ’ έρθει, πρόσφατα από τη Μικρά Ασία με κάτι γείτονές του. Οικογένεια δεν είχε το ορφανό. Η μάνα του πέθανε στη γέννα, κι ο πατέρας του από το πολύ πιοτό. Έμεινε μερικές μέρες με τους γείτονες, μα κι αυτοί δεν είχανε να φάνε και τον διώξανε. Δώδεκα χρονών μωρέ κι αυτό, πού να βρεί δουλειά να προσφέρει στο σπίτι. Αν κ’ επειδή ήταν τσακάλι, είχε ξεκινήσει στο Φωταέριο. Ναί, το εργοστάσιο έπαιρνε αγόρια από δώδεκα χρονών, τα εκπαίδευε κι όταν φτάνανε δεκάξι τους προσλάμβανε κανονικά. Βράδιασε έξω. Είχα περάσει έξι ώρες με τον Γιωργή κι ούτε που το κατάλαβα. Έλεγε διάφορα αστεία, μιμούνταν τους εργάτες από το φωταέριο κι εγώ γελούσα. Είχα καιρό να γελάσω έτσι. Ήταν δώρο θεού αυτό το παιδί. Σκέφτηκα,.. ορφανό αυτό, εντελώς μόνη εγώ, γιατί να μήν του προσφέρω το σπίτι, τη φροντίδα μου… Έτσι κι έκανα.

Απέκτησε και πάλι νόημα η ζωή μου. Είχα για ποιόν να πλένω, για ποιόν να μαγειρεύω, είχα ποιόν να περιμένω… Μάλιστα ξεκίνησα και πάλι να βγαίνω τα μεσημέρια έξω στο πεζουλάκι και να διαβάζω Σεφέρη. Τώρα, με τη συντροφιά του Γιωργή. Άρεσε και σ’ αυτόν ο Σεφέρης.

Τα ταξίδια της ψυχής, δέ γνωρίζουν
σύνορα, φραγμούς –
μόνο μικρές «ατασθαλίες».
Να μαζέψουνε αγάπη,
να γεμίσουν με εικόνες.
Μόνο αυτό
και μές από αυτό
ανασαίνει.

Έτσι κάπως είχε βάλει τους στίχους στην ψυχή του μέσα κ’ έτσι τους θυμόνταν. Κ’ ένα καλοκαιρινό απόγευμα, ενώ κάναμε βόλτα στα στενά του Μεταξουργείου και του Γκαζοχωρίου με τη μυρωδιά από το εργοστάσιο σοκολατοποιίας Παυλίδη νάχει σπάσει τη μύτη μας, όπως κι αυτή απ’ το φωταέριο και το κοκαλάδικο, έχοντας  πάρει κ’ ένα παγωτό στο χέρι — εκείνη τη στιγμή — μου το απήγγειλε με τόση σοβαρότητα, σαν να τό λεγε ένας άνθρωπος σαράντα χρονών κι όχι δωδεκάχρονο πιτσιρίκι. «Δώρο για σένα που μου στέκεσαι σαν μάνα.» Ήθελα να κλάψω από συγκίνηση κ’ ευτυχία. Τον αγκάλιασα σφιχτά κι αυτός ξαναπήρε το γνωστό αστείο και παιχνιδιάρικο ύφος του. Εκείνη τη στιγμή, μάλιστα, πέρασε από μπροστά μας ένας άντρας που είχε διοικητική θέση στο εργοστάσιο: Ήταν Γάλλος κι ο Γιωργής φυσικά δέν έχασε ευκαιρία κι άρχισε να τον μιμείται. Ήταν τόσο καλός στις μιμήσεις. «Ηθοποιός βρε τού ΄λεγα πρέπει να γίνεις, όχι εργάτης του φωταερίου.» «Μή φοβάσαι μού ΄λεγε, εγώ θάμαι ο πρώτος που θα πάρω σύνταξη απο κει μέσα! Θα ζήσω μέχρι ενενήντα εννέα χρονών. ‘’Και πώς θα τα καταφέρεις βρε Γιωργή , του λεγα’’.. ‘’Έχω κάνει συμφωνία με το Θεό», μού ’λεγε. «Θα πάρω σύνταξη, για να με γράψουν, μετά από χρόνια, τα βιβλία ότ’ ήμουν ο μόνος που τα κατάφερε, κ΄ έτσι θα γίνω διάσημος. Όλοι οι μεγάλοι, άλλωστε, μετά τον θάνατό τους, δε γίνονται και διάσημοι;» Είχε κι επιχειρήματα για όλα!

Πέρασαν τέσσερα χρόνια — τέσσερα χρόνια γεμάτα γέλιο-χαρά, γεμάτα όμορφες στιγμές — κι ο Γιωργής έκλεισε τα δεκάξι. Του έκαναν αμέσως πρόσληψη απ’ το εργοστάσιο. Η χαρά του μεγάλη! «Σήμερα», μου λέει, «δέ θα μαγειρέψεις..- θα μαγειρέψω εγώ και θα πάμε να κάνουμε πικ-νικ, ν’ απολαύσουμε τον ήλιο που τόσο σ’ αρέσει.» Έτσι γιορτάσαμε την πρόσληψή του στο πάρκο του Ρουφ, τρώγοντας τις φέτες μ’ αυγό και πίνοντας τη φρέσκια λεμονάδα πούχε στύψει. Τί όμορφη, ηλιόλουστη μέρα… Κοιτούσα τον ήλιο κατάματα με τέτοιο δέος σα νάξερα πως ήταν η τελευταία φορά… Φοβόμουν τα δηλητήρια του φωταερίου, κρυβόμουν μη κολλήσω φυματίωση ή ευλογιά και νά που μου χτύπησε την πόρτα η κακιά αρρώστια: Άρχισαν να πέφτουν τα μαλλιά μου· δέν ήθελα να με βλέπει έτσι άσχημη, δέν ήθελα να με βλέπει κανείς·, δέν ήθελα να με λυπούνται.

Σταμάτησα να βγαίνω έξω στο πεζουλάκι -τον ήλιο που τόσο αγαπούσα δέν ήθελα να τόνε βλέπω. Λίγες μέρες πριν, ο Γιωργής, απ’ τα μεροκάματά του, μου αγόρασε μεταξένιο μαντήλι για το κεφάλι. «Για νάσαι όμορφη», μου λέει. Όχι, δέ φοβόμουν το θάνατο. Θάφευγα γεμάτη αγάπη κ’ ευτυχία. Να μήν υπάρχει κάποιος να τον φροντίσει σα θ’ αρρώσταινε, αυτό φοβόμουν! Και, σα να διάβασε τη σκέψη μου, χαμογελώντας μού ‘πε: «Μή φοβάσαι! Εγώ θα πάρω σύνταξη απο κει μέσα και θα με γράψουν τα βιβλία!» Γέλαγε ακόμα και τις δύσκολες στιγμές! Ήξερα πως πονούσε, πως φοβόταν, αλλά τό κρυβε καλά, για να μου δίνει δύναμη. Ήταν καλός ηθοποιός.

Πρώτη Απριλίου -Πρωταπριλιά! Αγαπημένη μέρα του Γιωργή. Έλεγε ψέμματα και κορόιδευε τους πάντες. Εκείνη τη μέρα όμως δεν έκανε κανένα αστείο· ήταν σοβαρός πολύ, αλλά με το χαμόγελο στα χείλη όπως πάντα. Ο ήλιος ήταν θερμός -μύριζε άνοιξη. Μ’ έβγαλε στο πεζουλάκι κι άρχισε να μου απαγγέλει Σεφέρη:

Εδώ είναι ο κήπος,
κι ο ήλιος νά.
Και τα πουλιά του παραδείσου…
Ένας μεγάλος ήλιος,
πιό μεγάλος και από το φώς…

Αυτά ήταν τα τελευταία λόγια που άκουσα, και το αθώο του χαμόγελο το τελευταίο που είδα. Ρωτάει ο άνθρωπος από παλιά, απ’ όταν χάνεται η μνήμη: «Υπάρχει θάνατος γλυκός;» Υπάρχει και κάπως έτσι είναι: με στερνό άκουσμα κ’ εικόνα, το χαμόγελο εκείνο.

Τώρα, πιά, τον καμαρώνω από τον κήπο μου… Παντρεύτηκε· έκανε δυό πανέμορφες κόρες. Στη μία, μάλιστα, έδωσε και το όνομά μου. Δεν έγινε τελικά ηθοποιός, αλλά  κ α τ ά φ ε ρ ε  να πάρει σύνταξη και, σαν ήταν ο μοναδικός, τον γράψανε οι εφημερίδες. Τό ΄πε και τό ΄κανε ο μπαγάσας!  Μένει ακόμα στη γειτονιά, στο σπίτι μας. Μόνο που τώρα δε λέγεται Γκαζοχώρι, αλλά Γκάζι. [Τώρα δέν υπάρχει πια το εργοστάσιο του φωταερίου, αλλά μια μικρή πόλη τέχνης με πολλά θέατρα και τόπους διασκέδασης: Η χαρά, λένε, των νέων. Όλα άλλαξαν, έκτος από τον πεζόδρομο της Πέλλης. Εκεί ο ήλιος  είναι το ίδιο φωτεινός και ζεστός. Και τα απογεύματα δε βγαίνει πια ο κυρ Αλέκος με τη κιθάρα του να τραγουδά το προσφυγάκι, αλλά μαζεύονται νέοι σε κάτι μαγαζάκια που έχουν ανοίξει και θυμίζουν καφενεία, και τραγουδούν ακόμα τραγούδια για τη προσφυγιά. Η ελπίδα μιας κοινωνίας είναι οι νέοι. Μόνο τα νιάτα μπορούν να εξελίξουν και να ομορφύνουν τον κόσμο!

Κι ο Γιωργής μου, ο αγαπημένος μου Γιωργής συνεχίζει νάχει το ίδιο αθώο χαμόγελο. Συνεχίζει να κάθεται τα μεσημέρια στο πεζουλάκι μας και να διαβάζει Σεφέρη. Συνεχίζει να μιλάει μαζί μου κάθε φορά που κοιτάζει τον ήλιο και μου απαγγέλει:

Ο ήλιος ο ηλιάτορας,
ο πετροπαιχνιδιάτορας,
λίγο το στόμα του άνοιξε
κ’ εμύρισε η Άνοιξη.